Ξεκλείδωσε την πόρτα
και μπήκε στο σπίτι.
Διέσχισε το σαλόνι,
δεν ήταν κανείς.
"Γύρισα", φώναξε.
Καμία απόκριση.
Άφησε την τσάντα
στην καρέκλα της κουζίνας.
Πλησίασε στον πάγκο.
Σήκωσε το καπάκι της κατσαρόλας.
Άδεια...
Άνοιξε βραδυκίνητα την πόρτα του ψυγείου
με την ελπίδα ότι θα βρει κάτι.
Τρεις μπύρες και δύο αυγά.
Τη βάρεσε με δύναμη να κλείσει.
Σάρωσε ξανά το χώρο γύρω του.
Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο: 15:30.
Τώρα μετά δυσκολίας αφουγκράστηκε
ένα ανεπαίσθητο βογγητό,
που ταξίδεψε απ' την κρεβατοκάμαρα
ως τις σφύρες των αυτιών του.
Η πόρτα ήταν κλειστή.
Για λίγο κοντοστάθηκε.
Σφάλισε τα βλέφαρα
και άγγιξε διστακτικά το πόμολο...
Παραπάτησε εμβρόντητος
στο θέαμα που αντίκρισε.
Δεκάδες βιβλία
της παγκόσμιας λογοτεχνίας
σκορπισμένα γύρω της.
Εκείνη αμολημένη ανάσκελα
στη μέση του κρεβατιού,
μειδίασε με παιγνιώδες βλέμμα.
Τα χέρια της άρχισαν
να βαδίζουν αργά
κι έπειτα να επιταχύνουν
πάνω στο μεταξένιο δέρμα της.
Τώρα τρέχουν αγώνα δρόμου...
Το ένα κάνει ανασκαφές
σε περιοχή λιμνώδη
και το άλλο σκανδαλίζει
πέτρινες βουνοκορφές.
Το πρόσωπό της αλλάζει χρώματα
σαν ηφαίστειο που εκρήγνυται,
και αντί για λάβα διάπυρη
ξεχύνεται φιλήδονο ουράνιο τόξο.
Εκείνος δαγκώνεται.
Ασυγκράτητος
εκτοξεύει το πανωφόρι
και τα παπούτσια του,
και αρπάζει με βία...
τη φωτογραφική απ' το κομοδίνο.
Ανοίγει το φακό,
καλλιτέχνης εμπνευσμένος απ' τη μούσα του
σε υπερδιεγερτική έγχυση,
και τη φωτογραφίζει
απ' όλες τις οπτικές γωνίες
εστιάζοντας όχι στα επίμαχα σημεία
αλλά στους ακραίους μορφασμούς της
που διψούν για ζωή.
Απαθανάτισε κι αιχμαλώτισε
με την κορύφωση του κτήνους
το απόγειο της αθανασίας.
13/06/2017
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου