Η φαντασία μου εξουσιάζει τη ζωή σας. ~Τόλης Νικηφόρου~
“Για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από τη γη.„ ~Οδυσσέας Ελύτης~
“Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. Να μην τις παίρνει ο άνεμος.„ ~Μανώλης Αναγνωστάκης~
Ναι, είμαι ένας ονειροπόλος. Γιατί ονειροπόλος είναι αυτός που μπορεί να βρει το δρόμο του με το φεγγαρόφωτο, και να δει το χάραμα πριν από τον υπόλοιπο κόσμο.„ ~Oscar Wilde~
Ένας άνθρωπος περιφρονημένος και καλυμμένος με ουλές, προσπάθησε ακόμη και με την τελευταία ουγκιά του κουράγιου του να φτάσει το άφταστο άστρο, κι ο κόσμος θα είναι καλύτερος εξαιτίας αυτού.~Miguel de Cervantes~
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους;~Βύρων Λεοντάρης~
“Κάθε σιωπή πληρώνεται με θάνατο.~Άρης Αλεξάνδρου~

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019

Εντός, εκτός κι επί τα αυτά

Νομίζετε ευτυχείτε εσείς οι αρτιμελείς
μ' ένα ζευγάρι πόδια σφηνωμένα στη γη.
Όμως, εγώ με την πατούσα μου ξεστρατημένη
τσαλαβουτάω ξέγνοιαστα στο μπλε του ουρανού
ανάποδα, αντεστραμμένα, αντιδραστικά
κόντρα σε κάθε γελοίο σας θεσμό.
Πόσο, αλήθεια, σας λυπάμαι με τα κανονισμένα βήματα...
Για ποια ζωή τολμάτε και μιλάτε, ψεύτες;
Στους κόσμους που ακροβατώ χαράσσοντας πορεία
δε θα άντεχε η ύλη σας την τόση ευτυχία.

10/07/2019

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2019

Το πεζό





  Η νύχτα άρχισε να πέφτει επιβλητική. Το τσουχτερό κρύο τρύπωνε σε όλες τις γωνίες της λευκής αίθουσας προκαλώντας χορωδιακό κλάμα και τσιρίδες. Τα χαμόγελα απ’ έξω, ωστόσο, ήταν αρκετά για να πλημμυρίσουν την ατμόσφαιρα με θαλπωρή. Εγώ ακίνητη, με τα μάτια καρφωμένα σε σένα, διατηρούσα απόσταση ασφαλείας απ’ το τζάμι. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως παραξενευόμουν στη θέα ενός αλλόκοτου πλάσματος που γνωρίζει μόνο να κλαίει ακατάπαυστα και να τινάζεται. Το κλάμα αντηχούσε τόσο δυνατά στο τζάμι που νόμιζα ότι θα σπάσει. Σκέφτηκα ότι μπορεί να είσαι προικισμένη με υπεράνθρωπες δυνάμεις και κατέληξα να σε κοιτώ με δέος. Μπορεί να σε φοβόμουν και λίγο… Πώς γίνεται ένας άνθρωπος να είναι τόσο μικροσκοπικός και να αφήνει κραυγές που και νεκρούς ανασταίνουν;

     Δε θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα αυτή.  Ήρθες στη ζωή τόσο απρόσμενα. Τι κι αν κούρνιαζες εννιά ολόκληρους μήνες στην κοιλιά της μαμάς, σα χθες μου φάνηκε όταν μου ανακοίνωσε ότι θα έχω αδερφάκι. Ηχούσε τόσο περίεργα στα αυτιά μου. Για όσα δεν μπορούσα να εξηγήσω, στεκόμουν ασάλευτη με ένα βλέμμα απορίας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου. Κάτι ανάλογο ήσουν κι εσύ. Δεν ήξερα πως ένιωθα με τη νέα αυτή ανακοίνωση.  Χρειαζόμουν χρόνο… Κι όταν επιτέλους σε είδα για πρώτη φορά στην αγκαλιά της μαμάς, ήξερα ότι σε ήθελα για πάντα στη ζωή μου. Άργησα, όμως,  να σε καταλάβω. Η συμπεριφορά σου και οι κινήσεις σου ήταν τόσο αψυχολόγητες. Και σάμπως τι έκανες; Έτρωγες, έχεζες, κοιμόσουν και φτου κι απ’ την αρχή. Με την πάροδο των ημερών, άρχισα να σε συνηθίζω. Η μαμά φαινόταν τόσο κουρασμένη, μα το χαμόγελό της παρέμενε άσβεστο σε κάθε επαφή της μαζί σου. Ομοίως, κι ο μπαμπάς. Το πρώτο πράγμα που έκανε μόλις επέστρεφε απ’ τη δουλειά ήταν να έρθει να σε αγκαλιάσει και να σου τραγουδήσει ασυναρτησίες κουνώντας ρυθμικά τα χέρια του. Έβλεπα καθαρά πως κάθε άγγιγμα άνθιζε ολοένα περισσότερο το δέντρο της ευτυχίας τους. Κι αυτό αρκούσε για να είμαι κι εγώ ευτυχισμένη.

     Ούτε εγώ έλειπα λεπτό απ' το πλευρό σου. Τότε είχα ένα ανάστημα ίσα με την κούνια. Δε με άφηναν να σε σηκώσω και να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου. Γι’ αυτό, καθόμουν δίπλα σου και σου μιλούσα. Είχες μάθει κάθε λεπτομέρεια για τους φίλους μου, για το σχολείο, για τα ενδιαφέροντά μου. Συχνά σου γνωστοποιούσα τις σκέψεις μου, όχι για να πάρω απάντηση φυσικά. Εκεί ήταν το ζητούμενο. Καμιά φορά σε νανούριζα κιόλας. Πάντοτε βέβαια έμενες ξάγρυπνη αναγκάζοντας τη μαμά να αναλάβει και πάλι το ρόλο της, κι αυτό με εξόργιζε αφού ουσιαστικά με καθιστούσες άχρηστη. Αλλά δε σου κρατούσα κακία ούτε ζήλευα το ενδιαφέρον που με τόση ευκολία αποσπούσες από όποιον κινούνταν στο χώρο σου. Επιθυμούσα απλώς να μεγαλώσεις, να μπορούμε να ανταλλάξουμε δυο κουβέντες, να με καταλάβεις, να αλληλοαγαπηθούμε κι έπειτα να επιδοθούμε σε μαραθώνιο παιχνιδιού με κούκλες.

     Βαρέθηκα να παίζω αυτοκινητάκια με τα αγόρια της πολυκατοικίας. Κάθε φορά που κάναμε αγώνες, τους άφηνα να κερδίζουν για να μη μυξοκλαίνε στους γονείς τους. Τα αγόρια είναι χαζά κι ανώριμα. Όλη μέρα παλεύουν και χοροπηδούν στο κρεβάτι. Ούτε τι είναι το σεξ δεν ξέρουν. Εγώ το έμαθα από τη συμμαθήτριά μου την Κατερίνα κι έκτοτε το παιχνίδι με τις κούκλες πήρε άλλη διάσταση. Επιθυμούσα διακαώς μια θηλυκή συντροφιά και ανυπομονούσα να σε δω επιτέλους να κάνεις τα πρώτα σου βήματα. Η μαμά έλεγε ότι προέτρεχα κι ότι χρειαζόσουν πολύ καιρό ακόμη για να αναπτυχθείς και να εξοικειωθείς με το νέο σου περιβάλλον. Ήσουν μόλις ενός μήνα. Ας είναι…

     Ήταν ακόμη Γενάρης –παιδιά του χειμώνα και οι δύο– μάλλον αυτός είναι κι ο λόγος που πίστευα τόσο πολύ στο δέσιμό μας. Ένα παγερό βράδυ, όμοιο με εκείνο της γέννησής σου, ο βοριάς λυσσομανούσε χτυπώντας αλύπητα τις μπαλκονόπορτες και την εξώπορτα του σπιτιού. Έμπαζε καταχθόνια από την κλειδαρότρυπα σφυρίζοντας απειλητικά. Ξεροκατάπια. Ήταν 22.30, πολύ αργά για τα δεδομένα μου τότε. Έπεισα, λοιπόν, τον εαυτό μου να σφαλίσει τα βλέφαρα καθησυχάζοντάς τον πως πρόκειται για αποκυήματα της φαντασίας μου. Δεν υπάρχουν φαντάσματα ούτε τέρατα που παραμονεύουν κάτω απ’ το κρεβάτι• μόνο εμείς και η πραγματικότητα, μόνο εμείς κι ο κόσμος. Ψέλλισα μια προσευχή για να νιώσω ασφαλής κι αποκοιμήθηκα. 

     *Αφουγκράζομαι γοερό κλάμα μωρού το οποίο ακολουθείται από μια εκκωφαντική κραυγή. Πετάγομαι έντρομη από το κρεβάτι τη στιγμή που η εξώπορτα ανοίγει διάπλατα απ’ τον επίμονο αέρα. Ο βοριάς σα  μαύρη σκιά ορμά στο σπίτι και κατευθύνεται ευθύς στην κρεβατοκάμαρα. Το ουρλιαχτό της μαμάς με σημάδεψε.*

     Ξύπνησα καταϊδρωμένη. Κάθε σημείο του κορμιού μου ριγούσε συγκλονισμένο. Ένιωθα να αυτοαναφλέγομαι. Αδυνατώντας να συγκρατηθώ, ξέσπασα σε κλάματα. Τα αναφιλητά μου έφτασαν στο διπλανό δωμάτιο. Η μαμά έσπευσε να έρθει κοντά μου.
-Τι έγινε;
-Είδα κακό όνειρο. Δε θέλω να κοιμηθώ μόνη.
-Σσς, ηρέμησε. Γιατί είσαι τόσο ιδρωμένη; Εσύ ψήνεσαι στον πυρετό!
Μου έβαλε θερμόμετρο. Απ’ το βλέμμα της κατάλαβα ότι ήταν αρκετά υψηλός. Μου έδωσε αντιπυρετικό και με ξανάβαλε για ύπνο.
-Δε θέλω να κοιμηθώ μόνη. Φοβάμαι. 
-Τι φοβάσαι καλέ μεγάλο κορίτσι;  Εφιάλτης ήταν, πάει πέρασε τώρα! Καληνύχτα!
Με φίλησε τρυφερά στο μέτωπο κι έγειρε την πόρτα του δωματίου κατά την έξοδό της.

     Πάλεψα πολύ. Αλήθεια. Προσπάθησα με όλες μου τις δυνάμεις να την υπακούσω αλλά ο φόβος και ο πυρετός με είχαν καταβάλει. Αφού στριφογύρισα αρκετές φορές, αποφάσισα να πάω στην κρεβατοκάμαρα. Με δειλό αλλά σταθερό βήμα, επιχείρησα να χωθώ στο κρεβάτι. Η μαμά δυσανασχέτησε. Με πήρε αγκαλιά και με γύρισε ξανά στο κρεβάτι μου. Η υπερένταση μού προκαλούσε αϋπνία. Ο αέρας ολοένα δυνάμωνε στην προσπάθειά του να εξουσιάσει το σπίτι. Έπειτα από πολύωρο λογισμό και με μεγάλη επιφύλαξη, αποφάσισα να δοκιμάσω για άλλη μια φορά την τύχη μου και να επισκεφτώ την κρεβατοκάμαρα. Πλησίασα διστακτικά το κρεβάτι. Ο μπαμπάς τινάχτηκε. Του εξήγησα τι συνέβαινε. Μες στη σύγχυσή του μού έγνεψε να ξαπλώσω. Η μαμά τον λοξοκοίταξε.
-Γιώργο, το μωρό...
-Ένα βράδυ είναι, δεν έγινε και τίποτα.

     Το ένα βράδυ έγινε δύο.  Αργότερα, άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός κι ένιωθα καλύτερα. Από την τρίτη μέρα και μετά, δε θυμάμαι και πολλά, μόνο ότι έκλαιγες ακατάπαυστα. Η μαμά κι ο μπαμπάς έδειχναν ανήσυχοι. Σε πήγαν στο γιατρό ενόσω εγώ περίμενα υπομονετικά στο σπίτι με τη γιαγιά. Όταν γύρισαν ήταν αμίλητοι. Το χαμόγελο που πότιζε τόσο καιρό τώρα το δέντρο της ευτυχίας τους για να βλαστήσει, είχε εξατμιστεί. Εγώ λες και καταλάβαινα, δεν τολμούσα να ρωτήσω. Οι μέρες περνούσαν και τίποτε δεν άλλαζε. Ήσουν ωχρή και παραδομένη στις φλόγες. Η σιωπή μου μού κατασπάραζε το είναι. Βρήκα το θάρρος να τη σπάσω περιμένοντας αγωνιωδώς την απάντησή τους. Αφού κοιτάχτηκαν για λίγη ώρα μεταξύ τους, μού ψέλλισαν μετά βίας κάτι για νοσοκομειακά μικρόβια. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα τι ακριβώς σήμαινε αυτό και πόσο κρίσιμη ήταν η κατάσταση.

     Ώσπου μια μέρα έφυγες με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ήρθες… Αναπάντεχα. Έσβησες τόσο εύκολα, όσο άναψες. Το φως που εξέπεμπες, χάθηκε για πάντα μες στην κούνια. Σε άλλους σκόρπισες οδύνη και σε άλλους ανεπούλωτα τραύματα. Σε μένα, αφού διέψευσες τον επίγειο παράδεισο που είχα οραματιστεί για εμάς, άφησες μονάχα τη μαύρη σκιά… να επανέρχεται και να στοιχειώνει τα όνειρα και τις αλήθειες μου• άφησες το θάνατο αιμοδιψή να μαστιγώνει την ενοχή μου ως το θάνατο.


Στην Ελένη
6/12/1997 - 27/12/1997

Ένα χρόνο κι ένα μήνα μετά, 27/1/1999, έρχεται ο Θόδωρος.

07/07/2017