Ήσουν μια ύπαρξη
αγίας
που σκορπούσε ανάμεσά
μας
άγγιγμα θείας
ευλογίας,
μα χάθηκε από κοντά
μας.
Θυμάμαι με παρότρυνες
"να πλάθεις τα
όνειρά σου"
όπως τα άστρα
τ' ουρανού
που πήρες αγκαλιά
σου.
Σαν τα κουλουράκια
σου,
της αίγλης
πεφταστέρια.
Η ευωδιά τους χάθηκε
μέσα στα δυο σου
χέρια.
Δροσερά φιλιά μ'
έσκαγες
τα καλοκαίρια
σ' αμπελώνες.
Στην αγκαλιά σου
φώλιαζα
τους παγερότερους
χειμώνες.
Θυμάμαι που σε
ρωτούσα,
Βιόλα, πόσο
μ' αγαπούσες.
"Πιο ψηλά κι απ'
το θεούλη"
πάντοτε μου
απαντούσες.
"Πού είν' ο
θεούλης θεία;"
"Κει μακριά στον
ουρανό."
"Και πότε θα τον
δούμε;"
"Στης ψυχής τον
πηγαιμό."
Ποτέ δε σε εννόησα
διστακτικά κοιτούσα.
Μήπως δεν ήτανε καλό;
Δε ρώταγα, σιωπούσα.
08/08/2006