Σήκωσα το βλέμμα μου και βρέθηκα σε κάστρο
έκλεισα τα μάτια μου, ξεκόλλησε το άστρο,
εκείνο που μου φώτιζε το δρόμο στο σκοτάδι
όταν ο Χάρος σκόρπιζε τα σώματα στον Άδη .
Πετούσα ελεύθερο πουλί κι επαναστατημένο
τώρα’ μεινα μοναχό μες στο κλουβί κλεισμένο.
Κανένανε δεν έβλαψα σε όλη τη ζωή μου,
μόνο λιγάκι έπαιζα με τον αρχιαφεντή μου.
Τον κούρντιζα, τον τσίγκλιζα σαν έμμονη απειλή.
Ποτέ μου δεν προσκύνησα του πέλεκυ ακμή,
να θες να ζεις ανθρώπινα κι ο νους να πεταρίζει,
να χτίζεις κόσμο αποξαρχής χωρίς να σε ορίζει.
Αμπαρωμένη πόρτα, πέτρες επιβλητικές
μα το χειρότερο όλων οι κατακόκκινες νυχτιές.
Θαρρείς σ’ ανοίγουν δρόμο στο νύχι του γκρεμού,
μα στο αίμα σ’ αποπνίγουν του διπλανού κελιού.
Οι θρήνοι πολλαπλοί κάτ’ απ’ τα έγκατα θεριεύουν
ζώων αλυχτίσματα που πισθάγκωνα ικετεύουν.
Ζωσμένοι ως τον τράχηλο, στο φάλαγγα δεμένοι
απ’ τα χτυπήματα η συνείδηση τους ν’ αποσβένει.
Ασφυκτικά στη μέγγενη εκρήγνυνται κρανία,
ηλεκτρισμό καπνίζουνε τα αιμοφόρα αγγεία.
Καψίματα και χημικά στα απόκρυφα σημεία,
ακρωτηριασμοί δαχτύλων τραβώντας τα ηνία.
Εκκωφαντικές καμπάνες, κουδούνια μα κι ορδές
δαιμονισμένο τράνταγμα σε πόρτες μεταλλικές,
τα σώματά τους βροντούν γοερά μέσα στα χώματα
με χίλιες δυο ανάσες παραχώνονται σαν πτώματα.
Αλύγιστοι κι ανυπότακτοι σ’ όλα τα μαρτύρια
υποχρεώνονται ν’ ακούν αλλονών βασανιστήρια.
Θέατρο παραλόγου μ’ εκτελέσεις εικονικές
όπλα που εκσφενδονίζουνε σφαίρες αδειανές.
Κι όταν πραγματικότητα και ψευδαίσθηση γίνοντ’ ένα
αδυνατείς να συλλάβεις τον εχθρό πίσω απ’ την αρένα.
Ένα βράδυ υφίστατ’ η ψυχή ύστατη τιμωρία
«Αααα! Άσε με κάθαρμα, στα σπλάχνα’ χω σωτηρία!».
Ο έσχατος εφιάλτης σου παίρνει σάρκα και οστά,
τα ουρλιαχτά της ταξιδεύουν, σου ματώνουν τα αυτιά.
Ανίκανος να παύσεις τους βίαιους κραδασμούς,
Ακούς την να ουρλιάζει απ’ άγριους βιασμούς.
Με φίμωτρο λυσσομανάς να σπεύσεις να τη σώσεις
μα εγκαταλείπει τελικά τ’ αγώνα τις αξιώσεις.
Τότε ακόμα πάνω στον τελευταίο σπασμό ζωής
βρυχάται ανήμερο λιοντάρι στον άξονα της γης.
«Ααααα! Μη φοβάσαι μωρό μου. Θα… θα φύγουμε σύντομα από εδώ. Σου αξίζει έ… ένα καλύτερο μέρος. Έμαθα κάτι σπουδαίο σε αυτήν εδώ τη φυλακή. Το αληθινό… το αληθινό φως το βλέπεις με τα μάτια κλειστά.»
Μου είπαν απ’ τον εμφύλιο ήδη τα μαντάτα
τι έμελλε να βιώσουμε, ποια θα’ ναι τα συμβάντα.
Τότε είχαν άλλονε σεβντά, ετούτον της πατρίδας
κι έχασαν το δρόμο τους στη μέση μιας παρτίδας.
Όλα τ’ αφηγήθηκε στο «Κιβώτιο» του ο Άρης,
ο στρατός εξαπατήθηκε σα να’ τανε πρωτάρης.
Τυφλή η αφοσίωση, πρόταγμα για ελευθερία
όμως στο τέλος χόρεψε μπροστά τους η ειρωνεία.
«Μου είπανε να πολεμήσω για τη πατρίδα και πολέμησα. Μετά μου είπανε πάλι να πολεμήσω για τη πατρίδα. Και πολέμησα. Αλλά ξέχασα. Για ποια πατρίδα πολεμάω;»
Οδυνηρή η ιστορία τούτων δω των φυλακών.
Έδρευε στο Επταπύργιο καταμεσής των Συκεών
επί δεκαετίες στοίχειωνε όνειρα, μέλλον και ζωές
όσων θέλαν να ζήσουν αξιοπρεπώς – ο Γεντί Κουλές.