Όλα ξεκίνησαν
σε ένα ξεχασμένο συρτάρι.
Ξύστρες, σφραγίδες, λευκώματα, μπογιές
μόνο κατσαρίδες δεν ξεχύθηκαν,
είμαι και λίγο τσαπατσούλα στο συμμάζεμα
ξες…
ή μάλλον, δεν πρόλαβες.
Βρήκα ένα παλιό γαλάζιο τετράδιο
ακόμα μυρίζει σαπουνάκι,
ήταν άδειο
αλλά πρόσεξα τα απομεινάρια
των πρώτων δυο σελίδων.
Γιατί να τις έσκισα άραγε;
Έκανα να το βάλω στη θέση του
αλλά κάτι έπεσε.
Χαρτιά..
Τρία διπλωμένα φύλλα
γραμμένα μπρος πίσω.
Τολμώ να πω ότι αρχικά
δεν αναγνώρισα το γραφικό σου χαρακτήρα.
Και πώς θα μπορούσα;
Ήταν το πρώτο σου γράμμα
και το τελευταίο.
Το βλέμμα κύλησε
από την προσφώνηση
στον πρόλογο,
κι απ’ τον πρόλογο
στο κυρίως θέμα..
Σιγά σιγά οι λέξεις άρχισαν να σφυρίζουν,
κάθε γράμμα ούρλιαζε βουβά
κι όμως ένιωθα να με ξεκουφαίνει.
Έκλεισα τα αυτιά μου.
Μια μόνιμη γροθιά,
καρφωμένη στο στομάχι,
δε με άφηνε να πάρω ανάσα.
Ξαφνικά όλα γύρω μου πέταξαν.
Ήμουν εγώ και το γράμμα,
το γράμμα κι εγώ.
Δεν υπήρχε «εσείς»,
δεν υπήρχε «αυτοί»,
δεν υπήρχε ο κόσμος.
Δε σου κρύβω ότι είχα ξεχάσει,
πολλά..
αλλά αυτό που ξύπνησε μέσα μου
περισσότερο από κάθε ανάμνηση
είναι το συναίσθημα,
αυτό το γνώριμο συναίσθημα
που ένιωσα μαζί σου
και έμεινε καταχωνιασμένο
κάπου μέσα μου.
Πόσο όμορφα τα έγραφες
αλλά κυρίως
πόσο πολύ τα εννοούσες.
Μια κατάθεση ψυχής,
υπέρβαση για σένα.
Και πόσο κόπιασες...
Πάλεψες να μου δείξεις
το λαμπερό σου ήλιο,
μα εγώ στην πλήρη νεφοκάλυψη.
Τίποτα δε χάθηκε από μόνο του,
τίποτα δεν πέθανε μονάχο.
Εγώ το σκότωσα.
Φυσικός αυτουργός
ή καλύτερα δολοφόνος,
ναι...
μιας ευτυχίας
που χτιζόταν σκαλί σκαλί.
Ξέρεις γιατί,
το έγραψες και μόνος σου.
«Αμφιβολία.»
Γαμημένη λέξη!
Γιατί στην πραγματικότητα
δεν ήθελες να αποδεχτείς
ότι πρόκειται για κάτι πιο δυνατό,
πιο ουσιαστικό.
«Φόβος.»
«Ο φόβος ακολουθεί το έγκλημα
κι αυτό είναι η ποινή του.»
Ξεκινά από μια σταγόνα
που γίνεται βροχή
και μουσκεύει όλα σου τα όνειρα.
Μόλις σε κυριεύσει,
τα βήματα που κάνεις
είναι μόνο προς τα πίσω.
Σε στιγμάτισαν κι εσένα ψιχάλες,
το ξέρω,
είχες όμως τη δύναμη να νικήσεις τη βροχή.
Τόσο ανώριμη ψυχή για να σε φτάσω,
να δω το φωτεινό σου κόσμο.
Ίσως και να ‘μουν τόσο ρεαλίστρια
που έβλεπα τον πραγματικό καιρό.
Εδώ όλα ασπρόμαυρα και θαμπά,
εκεί έγχρωμα με μπλε πιτσιλιές στα παραθυρόφυλλα
να συνοδεύουν το χρώμα του πελάγους.
Τα λάθη σου λίγα
τα δικά μου περισσότερα,
μα ό,τι φεύγει δε γυρίζει πίσω.
Το ξέρεις καλύτερα από μένα.
Και είχες δίκαιο,
τι νόημα έχει μια τυπική ευχή
χωρίς ουσιαστική επαφή;
Δε μιλήσαμε έκτοτε.
Δεν υπήρχε λόγος,
τα είπαν όλα οι πράξεις μας.
Δεν ξέρω αν μετανιώνω
ούτε θα’ θελα μια χρονομηχανή
για να μας «ξαναφτιάξω» απ’ την αρχή.
Τώρα πλέον όχι.
Είμαι πολύ καλά,
δεν μπορώ να πω ιδανικά,
το ιδεατό άλλωστε σε καταστρέφει.
Δεν παύω ωστόσο να αναρωτιέμαι,
και συχνά με κατατρώει
τι θα γινόταν αν…
Αυτό το «αν» που εξέπνευσε
από αμετάκλητες αποφάσεις.
Αυτό το «αν»
που μεταμορφώθηκε αστραπιαία
από πραγματικότητα σε ουτοπία
και βυθίστηκε στην ανυπαρξία..
Νοσταλγώ το χαμένο
όμως δεν το αποζητώ,
άλλη είναι η πρόθεσή μου.
Μπορεί και να γελάς τώρα,
να γελάς τόσο δυνατά
που ο απόηχός σου
θα ταξιδέψει 12 χρόνια πριν
για να σκάσει πάνω στα εφηβικά μου μούτρα.
Αλλά σε ξέρω,
κι αν είσαι αυτός που για λίγο
και υπό αντίξοες συνθήκες γνώρισα,
δε θα το έκανες ποτέ.
Η αφορμή, λοιπόν,
για μια επικίνδυνη στροφή
σε αυτόν τον εαυτό του 2006,
έναν εαυτό δημιουργικό και ευαίσθητο
με ασυγκράτητες ορμές ελευθερίας,
(που μου λείπει ενίοτε
και τον γυρεύω συχνά)
και η ενδεχομένως αποτυχημένη απόπειρα
να σμιλεύσω ένα χείμαρρο συναισθημάτων
και να τον αποθέσω στριμωχτά
σε λίγες σελίδες χαρτί,
έγκειται σε δύο λόγους.
Πρώτον,
ΝΑΙ, ΗΤΑΝ ΑΛΗΘΙΝΟ.
Πέρα ως πέρα.
Ένα ερωτηματικό
που ενδεχομένως ποτέ δεν έσβησε μέσα σου,
γιατί οι φλόγες που καίνε στην ψυχή
είναι δυνατότερες από κάθε κοινή λογική
που το μυαλό προτάσσει.
Δεύτερον,
Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
για ό,τι ένιωσα,
για ό,τι μού ’δωσες,
για ό,τι ζήσαμε,
μα κυρίως για ό,τι μού ’μαθες
ή τουλάχιστον προσπάθησες,
και μετέπειτα
χωρίς ουσιαστικό κέρδος του «εμείς»
απέφερε καρπούς στο «εγώ» μου.
Εάν ποτέ το δεις,
(να’ μαι και πάλι αμφιβάλλω,
αλλά υπό ωριμότερες πλέον συνθήκες
και με τις πρώτες άσπρες τρίχες
να κάνουν την εμφάνισή τους,
αψηφώ τον φόβο)
αυτό θέλω να ξέρεις,
σ’ ευχαριστώ.
Επίλογος:
«Μακάρι να μην τελειώσει ποτέ το σημερινό απόγευμα.
Καλό ή κακό.. Δε με νοιάζει. Θα είμαι μαζί σου.»
Εδώ πέρασε το απόγευμα πάντως.
Βράδιασε..
Άρχισε να στάζει πάλι γαμώτο.
Μουντίλα..
Ο χρόνος εξατμίζεται,
η ύλη όμως όχι.
Το γράμμα σου δε θα χαθεί
και να χαθεί,
δε θα σβηστεί...
ποτέ.
29/05/2017
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου