Οι στίχοι αυτοί είναι αδίστακτοι.
Οι στίχοι αυτοί θέλουν να βυθιστούν μέσα σε κάθε φωνή.
Σαν άδηλος αχνός να ξεπηδούν από τα ματωμένα χείλη,
με στραγγαλισμένες χροιές να διαχέονται σε κοσμικές εκτάσεις.
Μιλώ για τα ξημερώματα που το φως τους λιγοστεύει,
για τις φωτιές που σβήνουνε και κολυμπούν στη στάχτη,
για τις σελίδες που ‘πνιξε τη μελάνη τους το ξεραμένο αίμα.
Μιλώ για τα λιοπύρια που εξορίζουν τα κορμιά στης αυονής τη νήσο,
στραγγισμένα απ’ τους χυμούς τους ν’ έρπονται κάτω από τις πλάκες
αποζητώντας μάταια μια στάλα ιδρώτα, ένα δάκρυ αλμύρας, ένα υγρό φιλί.
Δεν πρόκειται να σαρκωθούν ποτέ ξανά και τη σιγή να λύσουν,
αδύναμο μύρο, ζέχν’ αδιάντροπα της απώλειας το κουφάρι
μυστήρια αρώματα γλιστρούν απ’ τις κρύπτες του ανέμου.
Ας είναι πάντα το παιχνίδι του τέλους να έπεται τ' αμέτρητα τέλη παιχνιδιού,
αρκεί σα φάσμα να' ρχεται η θύμησή σας ενίοτε να με στοιχειώνει.
Κάθε κρυφή ελπίδα, ναυάγιο τώρα πια.
Όλα τα καλοκαίρια θάνατο μυρίζουν.
Για πόσο ακόμα οι σκιές των απέθαντων θα κρύβονται απ’ τον ήλιο;
Οι στίχοι αυτοί θέλουν να βυθιστούν μέσα σε κάθε φωνή.
Σαν άδηλος αχνός να ξεπηδούν από τα ματωμένα χείλη,
με στραγγαλισμένες χροιές να διαχέονται σε κοσμικές εκτάσεις.
Μιλώ για τα ξημερώματα που το φως τους λιγοστεύει,
για τις φωτιές που σβήνουνε και κολυμπούν στη στάχτη,
για τις σελίδες που ‘πνιξε τη μελάνη τους το ξεραμένο αίμα.
Μιλώ για τα λιοπύρια που εξορίζουν τα κορμιά στης αυονής τη νήσο,
στραγγισμένα απ’ τους χυμούς τους ν’ έρπονται κάτω από τις πλάκες
αποζητώντας μάταια μια στάλα ιδρώτα, ένα δάκρυ αλμύρας, ένα υγρό φιλί.
Δεν πρόκειται να σαρκωθούν ποτέ ξανά και τη σιγή να λύσουν,
αδύναμο μύρο, ζέχν’ αδιάντροπα της απώλειας το κουφάρι
μυστήρια αρώματα γλιστρούν απ’ τις κρύπτες του ανέμου.
Ας είναι πάντα το παιχνίδι του τέλους να έπεται τ' αμέτρητα τέλη παιχνιδιού,
αρκεί σα φάσμα να' ρχεται η θύμησή σας ενίοτε να με στοιχειώνει.
Κάθε κρυφή ελπίδα, ναυάγιο τώρα πια.
Όλα τα καλοκαίρια θάνατο μυρίζουν.
Για πόσο ακόμα οι σκιές των απέθαντων θα κρύβονται απ’ τον ήλιο;
21/06/2018