Ξυπνητήρι.
Δίνω άλλη μια φορά
λίγο χρόνο στον εαυτό
μου
να προσαρμοστεί
εξαρχής στη νέα συντέλεια,
το ίδιο πράγμα κάθε
μέρα, η ίδια ευτέλεια.
Μαύρα κάτουρα
νερό στα μούτρα και
δυο γουλιές καφέ.
Τσάντα, κινητό,
κλειδιά, τι άλλο;
Μην ξεχάσω να πάρω
μαζί μου λεφτά
-μα, αναρωτιέμαι, πού
πάω χωρίς αυτά;-
Βηματίζω γοργά,
παραλίγο να σωριαστώ
μπρούμυτα.
Σκόνταψα πάνω στο
σκασμένο πεζοδρόμιο.
"Ουφ, κανείς δε
με πήρε είδηση ευτυχώς".
"Τι
ντροπή!" χασκογελά ο περαστικός.
Εγώ ή εσείς;
Μα δεν αντιδρώ
και ας πνίγομαι μέσα
μου.
Πώς μπορούν να μιλούν
εύκολα με τόση κακοήθεια;
Που τρων τα μούτρα
τους μια ζωή, δεν έγινε συνήθεια;
Στη στάση μόνη,
τι παράδοξο κι ετούτο
πάλι;
Συνήθως καραδοκεί
σμήνος από πεινασμένα όρνεα.
Ανάβω τσιγάρο κι
αναμένω, δεν ξέρω τι...
Απλά ατενίζω τον
ορίζοντα χωρίς γιατί.
Το λεωφορείο
περνά ξεχειλισμένο ως
τις ρόδες,
μια στοίβα πτώματα
χυμένα μες στον κλίβανο
κι αναχωρεί βιαστικά
σα να 'μουν στάχτη
της γόπας, άθυρμα
στου λίβα το άχτι.
Παγερά αδιάφορη ανάβω
κι άλλο.
Αντίκρυ μου μια
πολυκατοικία ετοιμόρροπη.
Από ένα ξεφτισμένο
μπαλκόνι μια γιαγιά
μ' εξετάζει επίμονα
κι ανταποκρίνομαι,
βέβαια πάντοτε
ενδόμυχα ανταμύνομαι.
Ανούσια ανάκριση
κι ανταλλάσσουμε
κενές ματιές, έτσι για λίγο,
ώσπου να βαρεθούμε τη
νεκροψία.
Κατέφθασε τώρα το
επόμενο όχημα.
Επιτέλους, κι έψαχνα
ένα πρόσχημα.
Η επιγραφή
"Ρίξτε κέρματα".
Δεν έχω ψιλά γαμώτο.
"Το μηχάνημα δε
δίνει ρέστα",
άλλη επιγραφή που
ακούει της σκέψης τα βρισίδια μου.
Ορκίζομαι πως
αφουγκράστηκα αχνά "Πάρε τ' αρχίδια μου".
Καμία θέση άδεια
ας είμαι έστω δίπλα
στο παράθυρο,
όχι ότι ανοίγει, μα
το' χω ανάγκη
να βλέπω λίγο ουρανό,
κι ας στάζω ιδρώτα,
το φως μακριά απ' τα
δικά τους καθεστώτα.
Γιατί αδυνατώ,
αρνούμαι να σας
αντικρίσω.
Δε νιώθω οργή πια ή
απογοήτευση, απλώς ματαίωση.
Κάθε μου εγχείρημα να
στρέψω το βλέμμα στα κλεφτά,
με την ελπίδα να
γραπωθώ από κάποιον δυνατά,
κατακρημνίζεται.
Βλέπεις γελάστηκα, δε
θα'μαι η μόνη.
Πώς γίνεται να είστε
εκεί χωρίς ωστόσο να υπάρχετε;
Όμοιο προσωπείο σήψης
προβάλλετε ως θέαμα,
όμως με τρομάζει της
ακαμψίας το υπερθέαμα.
Σάπιο κέλυφος.
Κι ας είμαστε ίδιοι
κατά βάθος, ξένοι γνωστοί και νεκροί ζωντανοί
η διαφορά μας είν'
ότι μπορεί να' μαι εν μέρει κουτσή, όχι τυφλή.
Δε συνεθλίβην σε
κάποιο φέρετρο ακόμη
εσείς κάτω απ' το
σεντόνι μείνατε σκόνη.
Ανοίγουν οι πόρτες
και σέρνω του εαυτού
μου τα υπολείμματα.
Οι δείκτες του
ρολογιού δείχνουν 9.15.
Άργησα πάλι γαμώ το
σάπιο σύστημά σας.
Φορώ και γω τη μάσκα
με την ωχρή θωριά σας.
Μεταμορφώνομαι,
τη σαρκοφάγο
ξεγελώντας στο κρυφτό,
σαν άλλη τώρα, την πόρτα
σπρώχνω νωχελικά,
κι εισέρχομαι σαν
τέλεια μίμησή σας,
το φάντασμα της
αποσύνθεσής σας.
Με στωικές κινήσεις
θα υποδύομαι το ρόλο
μου
δίχως ν' αρθρώσω λέξη
ως το βράδυ,
ώσπου θα επιστρέψω
στο σπίτι να κρυφτώ σ' ένα βιβλίο,
δε σαστίζω που ο
μικροαστισμός σας το βρίσκει αστείο.
Έτσι είμαι εγώ.
Έπειτα θα ρυθμιστώ
όπως εσείς
απενεργοποιώντας την
ψυχή μου.
Θα φάω, θα γαμήσω, θα
ξαπλώσω, θα στενάξω,
στον ύπνο μετά βίας
την τέφρα θ' αποτινάξω.
Τα όνειρά μου
θα φέρουν άσπρο φως,
θα γνέφει και σε σένα
στης ουτοπίας την
άβυσσο να κυλιστείς,
για λίγο να' χεις την
ψευδαίσθηση πως τη βιώνεις
μέχρι καμπάνα πένθιμη
να σημάνει "επιβιώνεις".
Ξυπνητήρι.
Δίνω για άλλη μια
φορά
λίγο χρόνο στον εαυτό
μου
να προσαρμοστεί
εξαρχής στη νέα συντέλεια,
το ίδιο πράγμα κάθε μέρα,
η ίδια ευτέλεια.
23/06/2017