Η φαντασία μου εξουσιάζει τη ζωή σας. ~Τόλης Νικηφόρου~
“Για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από τη γη.„ ~Οδυσσέας Ελύτης~
“Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. Να μην τις παίρνει ο άνεμος.„ ~Μανώλης Αναγνωστάκης~
Ναι, είμαι ένας ονειροπόλος. Γιατί ονειροπόλος είναι αυτός που μπορεί να βρει το δρόμο του με το φεγγαρόφωτο, και να δει το χάραμα πριν από τον υπόλοιπο κόσμο.„ ~Oscar Wilde~
Ένας άνθρωπος περιφρονημένος και καλυμμένος με ουλές, προσπάθησε ακόμη και με την τελευταία ουγκιά του κουράγιου του να φτάσει το άφταστο άστρο, κι ο κόσμος θα είναι καλύτερος εξαιτίας αυτού.~Miguel de Cervantes~
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους;~Βύρων Λεοντάρης~
“Κάθε σιωπή πληρώνεται με θάνατο.~Άρης Αλεξάνδρου~

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017

Κοσμοκράτορες

Κάθε νύχτα μαζί σου
ταξίδι με υπερωκεάνιο
σε ανεξερεύνητη γη.
Κάθε καυτή ανάσα
κι ένας ψίθυρος του λίβα
που ασθμαίνει στο δέρμα μου.
Κάθε νέα ανακάλυψη
κι ένας καινός κόσμος υδάτινων απολαύσεων
στο πιο διαστροφικό παιχνίδι της σάρκας.
Κάθε υποταγή
και μια γλυκιά αρμύρα
στο ακρωτήρι της γλώσσας.
Κάθε προσταγή
κι ένα μακροβούτι
στα πέλαγα της απόλυτης εξουσίας.
Κάθε σπασμός
καταπίνεται από πελώρια κύματα
που χτυπούν στο διψασμένο ακρογιάλι.
Κάθε ασυγκράτητο ουρλιαχτό,
δονούμενος κορεσμός που κατακλύζεται
από μακρόσυρτα αφρίζοντα φωνήεντα.


Χύνουμε την επουράνια λάσπη μας για να πλάσουμε ζωή,

Δημιουργοί εμείς της κτίσης και Κοσμοκράτορες.
30/06/2017

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

Τέλειες Ατέλειες

Απλώνω το χέρι μου
ν' αγγίξω το δικό σου.
Χαϊδεύω στοργικά την παλάμη σου,
μετρώ τα δάχτυλά σου με το δείκτη
και τα φιλώ ευλαβικά ένα προς ένα.
Υγραίνεις ανεπαίσθητα τα χείλη σου
και μ' ένα φαιδρό χαμόγελο
αρχίζεις να βαδίζεις στα χνάρια μου.
Ψηλαφώντας την παλάμη μου
αργά κι αισθαντικά,
γλιστράς στα δάχτυλά μου.
Σαστισμένος
τα απαριθμείς ξανά και ξανά
αδυνατώντας να το εννοήσεις.
"Ενα, δύο, τρία, τέσσερα, π... Μα πώς;!
Ενα, δύο, τρία, τέσσερα..."
Το απολιθωμένο βλέμμα σου κλειδώνει
πάνω στο αποκαρδιωμένο δικό μου.
Στέκεσαι εκεί για λίγα λεπτά
μαρμαρωμένος βασιλιάς
νεκρώνοντας το απύθμενο κενό,
παγώνοντας το χρόνο.
Ξάφνου αριστερά στο στήθος σου
πύρινο προσάναμμα σπιθίζει
και σταδιακά τυλίγεται σε φλόγες,
που κυματιστές γλώσσες ξεπηδούν
και λικνίζονται ρυθμικά
εμπρός στα μάτια σου.
Δάκρυα πετροθραύστες τώρα αναβλύζουν
νεκρανασταίνοντας την ανθρωπότητα.
Μου αρπάζεις το χέρι
και το φιλάς παθιασμένα
γλείφοντάς μου ένα-ένα τα λειψά δάχτυλα.
Αφήνομαι ανυπεράσπιστη στη λαγνεία
που γεννά ο πυρήνας της φωτιάς σου.
Βάζεις την παλάμη μου πάνω στη δική σου·
ασύμμετρα εφαπτόμενες και ιδρωμένες,
ενωμένες και ασυμβίβαστα ανόμοιες.
Μου γνέφεις να διατηρήσω την ψυχραιμία μου.
Με μια γρήγορη κίνηση
δαγκώνεις το δάχτυλό σου και το κόβεις.
Τώρα αγκαλιάζουμε τις παλάμες μας
με αλάθευτη ματιά
και τις σφραγίζουμε με αίμα
απόλυτα παντρεμένες σε μία
ατενίζοντας το ανεξιχνίαστο μέλλον.
27/06/2017




Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Εντροπία

 Ξυπνητήρι.
Δίνω άλλη μια φορά
λίγο χρόνο στον εαυτό μου
να προσαρμοστεί εξαρχής στη νέα συντέλεια,
το ίδιο πράγμα κάθε μέρα, η ίδια ευτέλεια.

Μαύρα κάτουρα
νερό στα μούτρα και δυο γουλιές καφέ.
Τσάντα, κινητό, κλειδιά, τι άλλο;
Μην ξεχάσω να πάρω μαζί μου λεφτά
-μα, αναρωτιέμαι, πού πάω χωρίς αυτά;-

Βηματίζω γοργά,
παραλίγο να σωριαστώ μπρούμυτα.
Σκόνταψα πάνω στο σκασμένο πεζοδρόμιο.
"Ουφ, κανείς δε με πήρε είδηση ευτυχώς".
"Τι ντροπή!" χασκογελά ο περαστικός.

Εγώ ή εσείς;
Μα δεν αντιδρώ
και ας πνίγομαι μέσα μου.
Πώς μπορούν να μιλούν εύκολα με τόση κακοήθεια;
Που τρων τα μούτρα τους μια ζωή, δεν έγινε συνήθεια;

Στη στάση μόνη,
τι παράδοξο κι ετούτο πάλι;
Συνήθως καραδοκεί σμήνος από πεινασμένα όρνεα.
Ανάβω τσιγάρο κι αναμένω, δεν ξέρω τι...
Απλά ατενίζω τον ορίζοντα χωρίς γιατί.

Το λεωφορείο
περνά ξεχειλισμένο ως τις ρόδες,
μια στοίβα πτώματα χυμένα μες στον κλίβανο
κι αναχωρεί βιαστικά σα να 'μουν στάχτη
της γόπας, άθυρμα στου λίβα το άχτι.

Παγερά αδιάφορη ανάβω κι άλλο.
Αντίκρυ μου μια πολυκατοικία ετοιμόρροπη.
Από ένα ξεφτισμένο μπαλκόνι μια γιαγιά
μ' εξετάζει επίμονα κι ανταποκρίνομαι,
βέβαια πάντοτε ενδόμυχα ανταμύνομαι.

Ανούσια ανάκριση
κι ανταλλάσσουμε κενές ματιές, έτσι για λίγο,
ώσπου να βαρεθούμε τη νεκροψία.
Κατέφθασε τώρα το επόμενο όχημα.
Επιτέλους, κι έψαχνα ένα πρόσχημα.

Η επιγραφή "Ρίξτε κέρματα".
Δεν έχω ψιλά γαμώτο.
"Το μηχάνημα δε δίνει ρέστα",
άλλη επιγραφή που ακούει της σκέψης τα βρισίδια μου.
Ορκίζομαι πως αφουγκράστηκα αχνά "Πάρε τ' αρχίδια μου".

Καμία θέση άδεια
ας είμαι έστω δίπλα στο παράθυρο,
όχι ότι ανοίγει, μα το' χω ανάγκη
να βλέπω λίγο ουρανό, κι ας στάζω ιδρώτα,
το φως μακριά απ' τα δικά τους καθεστώτα.

Γιατί αδυνατώ,
αρνούμαι να σας αντικρίσω.
Δε νιώθω οργή πια ή απογοήτευση, απλώς ματαίωση.
Κάθε μου εγχείρημα να στρέψω το βλέμμα στα κλεφτά,
με την ελπίδα να γραπωθώ από κάποιον δυνατά,

κατακρημνίζεται.
Βλέπεις γελάστηκα, δε θα'μαι η μόνη.
Πώς γίνεται να είστε εκεί χωρίς ωστόσο να υπάρχετε;
Όμοιο προσωπείο σήψης προβάλλετε ως θέαμα,
όμως με τρομάζει της ακαμψίας το υπερθέαμα.

Σάπιο κέλυφος.
Κι ας είμαστε ίδιοι κατά βάθος, ξένοι γνωστοί και νεκροί ζωντανοί
η διαφορά μας είν' ότι μπορεί να' μαι εν μέρει κουτσή, όχι τυφλή.
Δε συνεθλίβην σε κάποιο φέρετρο ακόμη
εσείς κάτω απ' το σεντόνι μείνατε σκόνη.

Ανοίγουν οι πόρτες
και σέρνω του εαυτού μου τα υπολείμματα.
Οι δείκτες του ρολογιού δείχνουν 9.15.
Άργησα πάλι γαμώ το σάπιο σύστημά σας.
Φορώ και γω τη μάσκα με την ωχρή θωριά σας.

Μεταμορφώνομαι,
τη σαρκοφάγο ξεγελώντας στο κρυφτό,
σαν άλλη τώρα, την πόρτα σπρώχνω νωχελικά,
κι εισέρχομαι σαν τέλεια μίμησή σας,
το φάντασμα της αποσύνθεσής σας.

Με στωικές κινήσεις
θα υποδύομαι το ρόλο μου
δίχως ν' αρθρώσω λέξη ως το βράδυ,
ώσπου θα επιστρέψω στο σπίτι να κρυφτώ σ' ένα βιβλίο,
δε σαστίζω που ο μικροαστισμός σας το βρίσκει αστείο.

Έτσι είμαι εγώ.
Έπειτα θα ρυθμιστώ όπως εσείς
απενεργοποιώντας την ψυχή μου.
Θα φάω, θα γαμήσω, θα ξαπλώσω, θα στενάξω,
στον ύπνο μετά βίας την τέφρα θ' αποτινάξω.

Τα όνειρά μου
θα φέρουν άσπρο φως, θα γνέφει και σε σένα
στης ουτοπίας την άβυσσο να κυλιστείς,
για λίγο να' χεις την ψευδαίσθηση πως τη βιώνεις
μέχρι καμπάνα πένθιμη να σημάνει "επιβιώνεις".

Ξυπνητήρι.
Δίνω για άλλη μια φορά
λίγο χρόνο στον εαυτό μου
να προσαρμοστεί εξαρχής στη νέα συντέλεια,
το ίδιο πράγμα κάθε μέρα, η ίδια ευτέλεια.
23/06/2017

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Η τράπουλα

Πρώτη και ύστατη πνοή
το ενδιάμεσο αστραπή,
ένα παιχνίδι στα χαρτιά
που επιβάλλει πονηριά,
δεν είναι θέμα τύχης.



Η ανάδειξη του νικητή
έγκειται σε στρατηγική
π' ουδέποτε δυσαρεστεί
με μια οργάνωση σωστή,
θέσε ψηλά τους πήχεις.



Να ξεσκαρτάρεις τις φιγούρες,
πάντοτε τούτος είν' ο σκοπός.
Μα θα υπάρξουν κι άλλοι γύροι
αν αποτύχεις παταγωδώς.



Άπαξ το τρία γίνει έξι
τρομοκρατείται  ο βαλές
και το έξι οχτώ κι εννιά,
η ντάμ' ανήκει πια στο χθες.



Έρχεται και το δεκάρι,
μια ολόκληρη στρατιά,
κι έτσι λήγει το παιχνίδι
με το φόνο του παπά.
22/06/2017

Σάββατο 17 Ιουνίου 2017

Μεσάνυχτα στον κήπο της Εδέμ



Τα πλάνα καταμέλανα μεσάνυχτα

με ανέδυσαν βαθιά μέσα στη γύμνια
και τα γιατροσόφια του κορμιού σου
μ'αποθέωσαν μανιακά ώσπου να καταρρεύσω.
Η άγια σου ανάσα με συνόδευε,
λάβα καυτή και γλυκιά,
ως το ημίφως της ροδαυγής
που ήπια την αγγελική σου μορφή.
Οι τρεμάμενες ψυχές μας κουρελιασμένες
διεγείρονται στα πηγάδια του έρωτα
ξεπλένοντας φόβους και σπαραγμούς,
βυθισμένες στο χορό των κύκνων.
Πότε τιτιβίζοντας σα χελιδόνια
πότε βρυχώντας σα χρυσαφιά λιοντάρια.
Οι καρδιές μας σπαρταρούν
στους υδάτινους βάλτους του σώματός μας
και οι σταλαχτίτες του υπνωτισμού
μας ξυπνούν κομποδεμένους αγκαλιά
στον ονειρεμένο κήπο της Εδέμ.
18/06/2006

Το απόγειο της αθανασίας

Ξεκλείδωσε την πόρτα
και μπήκε στο σπίτι.
Διέσχισε το σαλόνι,
δεν ήταν κανείς.
"Γύρισα", φώναξε.
Καμία απόκριση.
Άφησε την τσάντα
στην καρέκλα της κουζίνας.
Πλησίασε στον πάγκο.
Σήκωσε το καπάκι της κατσαρόλας.
Άδεια...
Άνοιξε βραδυκίνητα την πόρτα του ψυγείου
με την ελπίδα ότι θα βρει κάτι.
Τρεις μπύρες και δύο αυγά.
Τη βάρεσε με δύναμη να κλείσει.
Σάρωσε ξανά το χώρο γύρω του.
Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο: 15:30.
Τώρα μετά δυσκολίας αφουγκράστηκε
ένα ανεπαίσθητο βογγητό,
που ταξίδεψε απ' την κρεβατοκάμαρα
ως τις σφύρες των αυτιών του.
Η πόρτα ήταν κλειστή.
Για λίγο κοντοστάθηκε.
Σφάλισε τα βλέφαρα
και άγγιξε διστακτικά το πόμολο...
Παραπάτησε εμβρόντητος
στο θέαμα που αντίκρισε.
Δεκάδες βιβλία
της παγκόσμιας λογοτεχνίας
σκορπισμένα γύρω της.
Εκείνη αμολημένη ανάσκελα
στη μέση του κρεβατιού,
μειδίασε με παιγνιώδες βλέμμα.
Τα χέρια της άρχισαν
να βαδίζουν αργά
κι έπειτα να επιταχύνουν
πάνω στο μεταξένιο δέρμα της.
Τώρα τρέχουν αγώνα δρόμου...
Το ένα κάνει ανασκαφές
σε περιοχή λιμνώδη
και το άλλο σκανδαλίζει
πέτρινες βουνοκορφές.
Το πρόσωπό της αλλάζει χρώματα
σαν ηφαίστειο που εκρήγνυται,
και αντί για λάβα διάπυρη
ξεχύνεται φιλήδονο ουράνιο τόξο.
Εκείνος δαγκώνεται.
Ασυγκράτητος
εκτοξεύει το πανωφόρι
και τα παπούτσια του,
και αρπάζει με βία...
τη φωτογραφική απ' το κομοδίνο.
Ανοίγει το φακό,
καλλιτέχνης εμπνευσμένος απ' τη μούσα του
σε υπερδιεγερτική έγχυση,
και τη φωτογραφίζει
απ' όλες τις οπτικές γωνίες
εστιάζοντας όχι στα επίμαχα σημεία
αλλά στους ακραίους μορφασμούς της
που διψούν για ζωή.
Απαθανάτισε κι αιχμαλώτισε
με την κορύφωση του κτήνους
το απόγειο της αθανασίας.
13/06/2017

Δευτέρα 12 Ιουνίου 2017

Ταυτιζόμενοι κι ασύμπτωτοι

Άνθρωπος και Τέχνη.
Της γης αέναοι εραστές
συμπορεύονται σε κατάσταση εκστατικής μέθης
και ισορροπούν σε νήμα εικονικό,
που εκτείνεται στο άπειρο.
Κι όταν ο πρώτος παρεκκλίνει ανοδικά
και σορός πια ουρανοβατεί ώσπου ν’ αγγίξει πέρας,
η δεύτερη ξάγρυπνη ατενώς προχωρεί,
ως πάντα υπέρμαχος της ελευθερίας κι ανεξάρτητη,
μέχρι να ξετρυπώσει νέο εραστή.
Κι αποξαρχής πάλι το ίδιο σενάριο,
ταινία ήδη γνώριμη,
κατ’ επανάληψη
θα περιστρέφεται στη μεγάλη οθόνη.
Η Τέχνη·
ασυγκράτητη ορμή
που αγέρωχα χαράσσει ατέρμονη πορεία.
Η Τέχνη·
που ούτε όρια γνωρίζει ούτε τέλος.
11/06/2017

Απόκρυφος καμβάς

Ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες της ψυχής
όλος ο κόσμος ξεδιπλώνεται μπροστά σου,
βάστα γερά το πινέλο για να φιλοτεχνείς
με όσα χρώματα κεντούν τα δάχτυλά σου.
09/06/2017

Νεόπλασμα

Δημιουργία:
Ένας χείμαρρος ζωής
στη λειψυδρία της ανυπαρξίας.
08/06/2017

Λυκιθμός στη σελήνη

Και ήρθε πάλι αυτή η ώρα της σιωπής.
Ήρθε πάλι αυτή η ώρα της αλήθειας.
Είναι τώρα που αρχίζω και ξυπνάω.
Είναι τώρα που κοιτάω τη σελήνη,
υπερυψωμένη κι απαστράπτουσα,
στ' απέραντο μαύρο της ριχτάρι
τη νύχτα να εξουσιάζει.
Είναι τώρα που αυξάνονται οι σφυγμοί
και σπαρταράω ασθματικά
απ' το ζωηρό καρδιοχτύπι.
Είναι τώρα που κάτι κοχλάζει μέσα μου,
σε παιχνίδι αναθυμιάσεων εγώ
"φτιαγμένος" πυροβάτης.
Ωρύομαι απεγνωσμένα
για να εισακουστώ βροντερά
σαν κρύσταλλο που σπάει
μες στον ορυμαγδό μύριων άστρων.
Είναι η ώρα που θα πνίξω τη σιγή
παίρνοντας άλλη μορφή και όψη,
τόσο ανοίκεια κι αλλότρια.
Και σα στυγνός κυνηγός
το θήραμα θα καταδιώξω,
μετα-μεσονύκτιος πειρασμός,
αφήνοντας ηχηρό λυκιθμό.
05/06/2017

Το υστερόγραφο

«Υ.Γ. Μακάρι να πάνε όλα καλά.
Μπορεί να μην είμαι τέλειος αλλά είμαι δικός σου.
Κι εσύ είσαι… ΕΣΥ.»

Και το μυαλό θόλωσε.
Το βλέμμα στο ριπλέι
να πατά ατέρμονα αναπαραγωγή.
Κι έπειτα μεταπήδησε
λίγο παραδίπλα,
πίσω απ’ το «ΕΣΥ».
Υπάρχει ένα μαύρο σημαδάκι.
Δε φεύγει.
Όσο κι αν προσπαθώ μανιωδώς,
έχει ριζώσει
σα μαύρο κοράκι σε δέντρο γυμνό
και ξάφνου
άρχισε να κράζει
εκκωφαντικά.
Με στιγμάτισε.
Η οργή μου ξεχειλίζει αστείρευτη.
«Τελεία.
Είναι τελεία!»
Κι έμεινα εκεί
πισθάγκωνα δεμένη
να κοιτώ ένα λεκέ…
απρόσωπο,
επιβλητικό,
δηκτικό,
μα πάνω απ’ όλα
ακλόνητο.
30/05/2017

Ο επίλογος

Όλα ξεκίνησαν
σε ένα ξεχασμένο συρτάρι.
Ξύστρες, σφραγίδες, λευκώματα, μπογιές
μόνο κατσαρίδες δεν ξεχύθηκαν,
είμαι και λίγο τσαπατσούλα στο συμμάζεμα
ξες…
ή μάλλον, δεν πρόλαβες.
Βρήκα ένα παλιό γαλάζιο τετράδιο
ακόμα μυρίζει σαπουνάκι,
ήταν άδειο
αλλά πρόσεξα τα απομεινάρια
των πρώτων δυο σελίδων.
Γιατί να τις έσκισα άραγε;
Έκανα να το βάλω στη θέση του
αλλά κάτι έπεσε.
Χαρτιά..
Τρία διπλωμένα φύλλα
γραμμένα μπρος πίσω.
Τολμώ να πω ότι αρχικά
δεν αναγνώρισα το γραφικό σου χαρακτήρα.
Και πώς θα μπορούσα;
Ήταν το πρώτο σου γράμμα
και το τελευταίο.
Το βλέμμα κύλησε
από την προσφώνηση
στον πρόλογο,
κι απ’ τον πρόλογο
στο κυρίως θέμα..
Σιγά σιγά οι λέξεις άρχισαν να σφυρίζουν,
κάθε γράμμα ούρλιαζε βουβά
κι όμως ένιωθα να με ξεκουφαίνει.
Έκλεισα τα αυτιά μου.
Μια μόνιμη γροθιά,
καρφωμένη στο στομάχι,
δε με άφηνε να πάρω ανάσα.
Ξαφνικά όλα γύρω μου πέταξαν.
Ήμουν εγώ και το γράμμα,
το γράμμα κι εγώ.
Δεν υπήρχε «εσείς»,
δεν υπήρχε «αυτοί»,
δεν υπήρχε ο κόσμος.
Δε σου κρύβω ότι είχα ξεχάσει,
πολλά..
αλλά αυτό που ξύπνησε μέσα μου
περισσότερο από κάθε ανάμνηση
είναι το συναίσθημα,
αυτό το γνώριμο συναίσθημα
που ένιωσα μαζί σου
και έμεινε καταχωνιασμένο
κάπου μέσα μου.
Πόσο όμορφα τα έγραφες
αλλά κυρίως
πόσο πολύ τα εννοούσες.
Μια κατάθεση ψυχής,
υπέρβαση για σένα.
Και πόσο κόπιασες...
Πάλεψες να μου δείξεις
το λαμπερό σου ήλιο,
μα εγώ στην πλήρη νεφοκάλυψη.
Τίποτα δε χάθηκε από μόνο του,
τίποτα δεν πέθανε μονάχο.
Εγώ το σκότωσα.
Φυσικός αυτουργός
ή καλύτερα δολοφόνος,
ναι...
μιας ευτυχίας
που χτιζόταν σκαλί σκαλί.
Ξέρεις γιατί,
το έγραψες και μόνος σου.
«Αμφιβολία.»
Γαμημένη λέξη!
Γιατί στην πραγματικότητα
δεν ήθελες να αποδεχτείς
ότι πρόκειται για κάτι πιο δυνατό,
πιο ουσιαστικό.
«Φόβος.»
«Ο φόβος ακολουθεί το έγκλημα
κι αυτό είναι η ποινή του.»
Ξεκινά από μια σταγόνα
που γίνεται βροχή
και μουσκεύει όλα σου τα όνειρα.
Μόλις σε κυριεύσει,
τα βήματα που κάνεις
είναι μόνο προς τα πίσω.
Σε στιγμάτισαν κι εσένα ψιχάλες,
το ξέρω,
είχες όμως τη δύναμη να νικήσεις τη βροχή.
Τόσο ανώριμη ψυχή για να σε φτάσω,
να δω το φωτεινό σου κόσμο.
Ίσως και να ‘μουν τόσο ρεαλίστρια
που έβλεπα τον πραγματικό καιρό.
Εδώ όλα ασπρόμαυρα και θαμπά,
εκεί έγχρωμα με μπλε πιτσιλιές στα παραθυρόφυλλα
να συνοδεύουν το χρώμα του πελάγους.
Τα λάθη σου λίγα
τα δικά μου περισσότερα,
μα ό,τι φεύγει δε γυρίζει πίσω.
Το ξέρεις καλύτερα από μένα.
Και είχες δίκαιο,
τι νόημα έχει μια τυπική ευχή
χωρίς ουσιαστική επαφή;
Δε μιλήσαμε έκτοτε.
Δεν υπήρχε λόγος,
τα είπαν όλα οι πράξεις μας.
Δεν ξέρω αν μετανιώνω
ούτε θα’ θελα μια χρονομηχανή
για να μας «ξαναφτιάξω» απ’ την αρχή.
Τώρα πλέον όχι.
Είμαι πολύ καλά,
δεν μπορώ να πω ιδανικά,
το ιδεατό άλλωστε σε καταστρέφει.
Δεν παύω ωστόσο να αναρωτιέμαι,
και συχνά με κατατρώει
τι θα γινόταν αν…
Αυτό το «αν» που εξέπνευσε
από αμετάκλητες αποφάσεις.
Αυτό το «αν»
που μεταμορφώθηκε αστραπιαία
από πραγματικότητα σε ουτοπία
και βυθίστηκε στην ανυπαρξία..
Νοσταλγώ το χαμένο
όμως δεν το αποζητώ,
άλλη είναι η πρόθεσή μου.
Μπορεί και να γελάς τώρα,
να γελάς τόσο δυνατά
που ο απόηχός σου
θα ταξιδέψει 12 χρόνια πριν
για να σκάσει πάνω στα εφηβικά μου μούτρα.
Αλλά σε ξέρω,
κι αν είσαι αυτός που για λίγο
και υπό αντίξοες συνθήκες γνώρισα,
δε θα το έκανες ποτέ.
Η αφορμή, λοιπόν,
για μια επικίνδυνη στροφή
σε αυτόν τον εαυτό του 2006,
έναν εαυτό δημιουργικό και ευαίσθητο
με ασυγκράτητες ορμές ελευθερίας,
(που μου λείπει ενίοτε
και τον γυρεύω συχνά)
και η ενδεχομένως αποτυχημένη απόπειρα
να σμιλεύσω ένα χείμαρρο συναισθημάτων
και να τον αποθέσω στριμωχτά
σε λίγες σελίδες χαρτί,
έγκειται σε δύο λόγους.
Πρώτον,
ΝΑΙ, ΗΤΑΝ ΑΛΗΘΙΝΟ.
Πέρα ως πέρα.
Ένα ερωτηματικό
που ενδεχομένως ποτέ δεν έσβησε μέσα σου,
γιατί οι φλόγες που καίνε στην ψυχή
είναι δυνατότερες από κάθε κοινή λογική
που το μυαλό προτάσσει.
Δεύτερον,
Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
για ό,τι ένιωσα,
για ό,τι μού ’δωσες,
για ό,τι ζήσαμε,
μα κυρίως για ό,τι μού ’μαθες
ή τουλάχιστον προσπάθησες,
και μετέπειτα
χωρίς ουσιαστικό κέρδος του «εμείς»
απέφερε καρπούς στο «εγώ» μου.
Εάν ποτέ το δεις,
(να’ μαι και πάλι αμφιβάλλω,
αλλά υπό ωριμότερες πλέον συνθήκες
και με τις πρώτες άσπρες τρίχες
να κάνουν την εμφάνισή τους,
αψηφώ τον φόβο)
αυτό θέλω να ξέρεις,
σ’ ευχαριστώ.

Επίλογος:
«Μακάρι να μην τελειώσει ποτέ το σημερινό απόγευμα.
Καλό ή κακό.. Δε με νοιάζει. Θα είμαι μαζί σου.»
Εδώ πέρασε το απόγευμα πάντως.
Βράδιασε..
Άρχισε να στάζει πάλι γαμώτο.
Μουντίλα..
Ο χρόνος εξατμίζεται,
η ύλη όμως όχι.
Το γράμμα σου δε θα χαθεί
και να χαθεί,
δε θα σβηστεί...
ποτέ.
29/05/2017

Τύπου Γ

Κι αν είν' τα σίδερα πικρά
στο παγερό κελάρι,
κι αν έγιναν τα όνειρα
και η καρδιά κουβάρι,

βύθισε βαθιά το νου
στα ύδατα τ' αναρχισμού
κι αφουγκράσου από μακριά
συνθήματα συντροφικά.

"Το πάθος για τη λευτεριά
είναι δυνατότερο απ' όλα τα κελιά."
Γκρέμισμα του σάπιου τείχους
υπό αλληλέγγυους ήχους.

Οι καρποί αδύναμοι
κάτω απ' τις χειροπέδες,
μα να που τώρα στην ψυχή
ανθίζουν μενεξέδες.
06/06/2017

Εκεί που τελειώνει η εξουσία

Σημαίες και σύρματα λαβώνουν το μυαλό σου
κι έρχονται ορμητικά με όπλα και στολές
οι γήινοι χρωματισμοί φανατισμένου όχλου
που φέρουν τον εχθρό του σήμερα και του χθες.

Προχωράς μπροστά και πάλι πίσω σε σέρνει
η δύναμη της σύγχρονης σαπίλας στη σιωπή
και πίσω από τις μάσκες της με δόλο περιμένει
να καταστείλει έως και την τελευταία κραυγή.

"Θ' απλώσω τα φτερά μου στο φως για να πετάξω
δεν ανήκω εγώ σε αυτόν το μαύρο ουρανό,
κι αν φύτεψε στη μήτρα σας τα σπέρματα του θείου
καταδικάζει χρώματα ενώ γλείφει το χρυσό."

Αυτά ξεστόμισες με λύσσα σαν ξεψυχισμένος
τα λόγια σου μες στην ψυχή χορεύουνε τρελά.
"Έχουμε έναν κόσμο να αλλάξουμε μωρό μου"
μπροστά στο ίδιο σύνθημα σε συναντώ ξανά.

Πλατιά σου χαμογέλασα κι ένα-ένα απαριθμούσα
όλα τα "Α" που έφλεγαν και φλέγουν την καρδιά,
μες στη ματιά σου είδα αρχικά από "Μ" και "Κ"
και την παλάμη μου έσφιγγες που έσταζε μπογιά.

Γκρέμισαμε το τείχος που ρημάζει τα φτερά μας
ο κρότος απ'τα κάγκελα επέφερε γιορτή,
ποτίσαμε το "bien más preciado es la libertad"
κι άνθισε μέσα απ' τις στάχτες μας η ζωή.
25/03/2015